Καινοτομία και κοινωνική ανεκτικότητα

Τα τελευταία χρόνια ο χώρος της ελληνικής επιχειρηματικότητας, από το επίπεδο της πολύ μικρής μέχρι την μεγάλη επιχείρηση, γνωρίζει έντονη απογοήτευση, βιώνει το αξιέξοδο των καθηλωμένων πωλήσεων, διαρκώς αναζητά λύσεις για την απειλή από την αυξανόμενη παραγωγική δυναμικότητα των Ασιατικών χωρών, προσπαθεί να αφομοιώσει και να προσαρμοστεί με τον καλύτερο τρόπο στις δομικές και νομικές αλλαγές που δρομολογούνται. Οι θεσμικοί εμπορικοί εκπρόσωποι των επιχειρήσεων προσπαθούν να επεξεργαστούν και να προτείνουν λύσεις που θα αμβλύνουν τα προβλήματα τόσο σε στρατηγικό όσο και σε καθημερινό επίπεδο.

Επίσης, κατά την ίδια περίοδο είναι έντονη η στασιμότητα και η ομοιογένεια στις επιχειρηματικές ιδέες που υλοποιούνται. Αυτό ενισχύεται από την ανελαστική φιλοσοφία των προγραμμάτων επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ., το ΥΠ.ΑΝ. και από τους σχετικούς φορείς και από τη γενικότερη δυσπραγία της οικονομίας, από τα αποθαρρυντικά ποσοστά της ανεργίας και, φυσικά, από την απροθυμία των τραπεζικών ιδρυμάτων να χρηματοδοτήσουν καινοτόμα σχέδια. Για τον λόγο αυτό, γίνονται προσπάθειες ενημέρωσης και παρακίνησης με κεντρικούς άξονες την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα.

Η καινοτομία είναι, πραγματικά, σημείο κλειδί για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και, ίσως, ένα από τα πρωτεύοντα σημεία για να δοθεί νέα εκκίνηση στην εθνική οικονομία. Όμως, η καινοτομία δεν είναι κάτι που αποκτά κανείς από κάποιο πτυχιακό ή μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών μόνο ή παραδίδεται και κληροδοτείται από διευθυντικά ή υπουργικά στελέχη. Πρόκειται για κοινωνική υπόθεση. Για να αναπτυχθούν νέες, διαφορετικές και πρωτοπόρες ιδέες απαιτείται το κοινωνικό και περιβάλλον που ευνοεί, αποδέχεται και υποστηρίζει αποφάσεις, κινήσεις και εφαρμογές που ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, από την τυπική συμπεριφορά. Χρειάζονται κοινωνίες που δεν αγωνίζονται για την συντήρηση του κατεστημένου, που αποδέχονται τη διαφορετικότητα, που αγκαλιάζουν και δεν καταδικάζουν την αποτυχία.

Αν παρατηρήσει κανείς την κοινωνική κατάσταση που επικρατεί σε χώρες και πόλεις όπου βρίσκονται εγκατεστημένες επιχειρήσεις πρωτοπόρες για την κλάδο τους, όπως το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες, την Κίνα, την Ινδία, θα διαπιστώσει πως πρόκειται για κοινωνίες όπου συμβιώνουν αρμονικά εκατομμύρια άνθρωποι με διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω, με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις, καταγόμενοι από διαφορετικά έθνη και φυλές. Στο περιβάλλον αυτό υπάρχουν τα κίνητρα για την ανάπτυξη διαφορετικών προτάσεων, για τη μετατροπή τους σε επιχείρηση, για την νοητική και προσωπική δέσμευση του επιχειρηματία, για την αισιοδοξία της επόμενης ημέρας μετά από μια ενδεχόμενη αποτυχία της επιχείρησης.

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά στην ελληνική κοινωνία, με συζητήσιμη εξαίρεση την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας. Η κοινωνική αποδοχή της διαφορετικότητας στην Ελλάδα βαθμολογείται πολύ χαμηλά. Το διαφορετικό στοιχείο στην ανθρώπινη συμπεριφορά και καταγωγή, παρόλο που επίσημα χείλη διατυμπανίζουν το χαρακτηριστικό της χώρας σχετικά με την ευρεία κοινωνική αποδοχή, δεν γίνεται εύκολα αποδεκτό, χωρίς να εκδηλώνονται αρνητικά και επιθετικά αισθήματα, χωρίς να διεγείρονται αισθήματα απειλής και φόβου, χωρίς να βγαίνουν στην επιφάνεια προσπάθειες καθήλωσης των διαφοροποιημένων προτάσεων στον μέσο όρο.

Έτσι, καινοτομία και κοινωνική ανεκτικότητα συμβαδίζουν, ανατροφοδοτούνται και αποτελούν προϋπόθεση για διαφορετικές επιχειρηματικές προτάσεις. Η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να αναπτύξει χώρο για τη διαφορετικότητα, οι πολίτες θα πρέπει να νιώσουν άνετα, χωρίς την αίσθηση της απειλής, στις προσπάθειες για νεωτερικότητα και ριζικές αλλαγές, η οικογένεια, ως πυρήνας ανατροφής και ως βασικός διαμορφωτής αντιλήψεων, θα πρέπει να εκτιμά τις αναζητήσεις των μελών της, να αποδέχεται τα λάθη και τις αποτυχίες τους, να υποστηρίζει τις προσπάθειες ανασύνταξής τους. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αντίστοιχη φιλοσοφία του πολιτικού κόσμου και την συμπεριφορά των πολιτικών αφού αυτοί είναι που συμβάλλουν και κατευθύνουν τις κοινωνικές αλλαγές, αυτοί είναι που, ουσιαστικά, διαχειρίζονται τον κοινωνικό χρόνο, την αβεβαιότητα και την ευημερία των μελλοντικών γενεών.