Ταμείο ανεργίας για βουλευτές

Λίγο πριν από τις ημέρες του Πάσχα, η Βουλή των Ελλήνων αποφάσισε, με εντυπωσιακή πλειοψηφία, συναίνεση και πνεύμα συνεργασίας, την χορήγηση επιδόματος-βοηθήματος ύψους €3300 με σκοπό την υποβοήθηση της επαγγελματική αποκατάσταση σε πρώην βουλευτές που είτε δεν κατάφεραν να επανεκλεγούν είτε αδυνατούσαν να θέσουν υποψηφιότητα λόγω της ισχύος του ασυμβίβαστου, για χρονική διάρκεια δυο ετών.

Οι εκτιμήσεις των ανθρώπων που σχεδίασαν την πρόταση βασίζεται στο σκεπτικό ότι οι βουλευτές εγκατέλειψαν την εργασία τους, το κύριο επάγγελμα που εξασφάλιζε τον βιοπορισμό τους, για να συμμετάσχουν στα κοινά του τόπου, οπότε η μη επανεκλογή τους συνιστά και ενίσχυση των πιθανοτήτων της αδυναμίας εξεύρεσης εργασίας ή επιστροφής στο προηγούμενο επάγγελμα. Γι’ αυτό τον λόγο, προφανώς σε μια ιλαρή στιγμή εκδήλωσης του κοινωνικού κράτους, θεώρησαν οι σχεδιαστές της πρότασης λογικό να χορηγείται επίδομα τέτοιου ύψους που να επιτρέπει την αξιοπρεπή διαβίωση των πρώην βουλευτών και, ταυτόχρονα, να παράσχει υποστήριξη επαναδραστηριοποίησής τους επαγγελματικά.

Τελικά, μετά από γενική δυσαρέσκεια, η πρόταση αποσύρθηκε για επανεξέταση αλλά όχι για κατάργηση. Μετά από την αποδεδειγμένη πλέον δυναμική του κοινοβουλίου στις περιπτώσεις που δρα, κυριολεκτικά, συνεργατικά, στους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, που καθημερινά δοκιμάζονται στην εργασιακή ζούγκλα, μένει χώρος μόνο για μερικές παρατηρήσεις.

Οι βουλευτές που θέτουν υποψηφιότητα δεν εγκαταλείπουν το επάγγελμά τους αναγκαστικά- επειδή δεν μπορούν να δρουν δουλειά ή επειδή έχει κλείσει ένα εργοστάσιο- αλλά οικειοθελώς αφού η ενεργή συμμέτοχή στα κοινά απαιτεί ιδία πρόθεση και επιθυμία. Επιπλέον, το σημερινό δημοκρατικό μοντέλο παράγει πολιτικούς καριέρας. Γι’ αυτό, οι ίδιοι θεωρούν ότι η αποτυχία ή αδυναμία επανεκλογής χρήζει και αποζημίωση κατά τα πρότυπα της απόλυσης ενός υπαλλήλου από μια επιχείρηση.

Αυτοί οι αντιπρόσωποι του Ελληνικού λαού αποδεικνύουν ότι απαξιώνουν και δεν εμπιστεύονται τους μηχανισμούς του ίδιου του κράτους, δηλαδή τις υποδομές που καλούνται να αναπτύξουν ή να εκσυγχρονίσουν με την συμμετοχή τους στο κοινοβούλιο. Διαφορετικά, θα άφηναν την ανεργία τους, μετά την μη επανεκλογής τους, στα χέρια του επίσημου φορέα διαχείρισής της, του ΟΑΕΔ. Θα μπορούσαν να εγγραφούν ως άνεργοι στις αρμόδιες υπηρεσίες του και να λαμβάνουν επίδομα ανεργίας, όπως συμβαίνει με χιλιάδες ανέργους πολίτες.

Φαίνεται ότι αν αποφάσισαν την δημιουργία ενός ταμείου ανεργίας βουλευτών με εισφορές τύπου Λ.Α.Φ.Κ.Α. ή τις αντίστοιχες του δημοσίου για την ανεργία ο απολογισμός θα ήταν θετικός για τον κρατικό προϋπολογισμός αφού, μπροστά στην πρόταση των €3300, το κόστος θα ήταν μικρότερο-δηλαδή, η επαγγελματοποίηση του πολιτεύεσαι θα ήταν πιο φθηνή για την χώρα, τους πολίτες και, κυρίως, για τις επόμενες γενιές.

Συμπερασματικά, σε συνδυασμό με την γενικότερη αντίληψη της βουλευτικής ιδιότητας από μέρους των βουλευτών και με την καθημερινή πρακτική τους, είναι χαρακτηριστικό ότι οι βουλευτές δεν έχουν επαφή με την καθημερινότητα, με την πραγματικότητα που βιώνει η Ελλάδα. Δεν ερμηνεύουν τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο που γίνονται αντιληπτά από τους εργαζόμενους, από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, από όλους εκείνους που δεν μπορούν ούτε να ονειρευτούν κρατικό βοήθημα, επειδή η επιχείρησή τους έκλεισε λόγω της εγκατάστασης μιας μεγάλης εμπορικής επιχείρησης, ούτε να προσδοκούν ότι η έννοια της «εμπιστοσύνης στο κράτος» μπορεί να αποκτήσει νόημα. Το ειρωνικό είναι ότι αυτοί οι βουλευτές προέρχονται από εκείνους τους ανθρώπους με τους οποίους δεν μοιράζονται «κοινή πραγματικότητα» παρά μόνο έχουν κοινή την δύναμη της ψήφου.