Θρησκευτικότητα και φόβος στην ελληνική κοινωνία

Στο τρέχον έτος η ελληνική κοινωνία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με πολλαπλά γεγονότα- η διαφθορά στην δικαιοσύνη και την εκκλησία, τα έργα και οι ημέρες του κ. Βαβύλη, οι επιτυχίες της εθνικής ομάδας, οι νέες ιδέες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων σε κρατικό επίπεδο- γεγονότα που δοκιμάζουν την συνοχή της, τις αξίες, την ικανότητά της να χειρίζεται τα προβλήματα που ανακύπτουν. Κυρίως, όμως, η ελληνική κοινωνία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό και την αποκάλυψη ότι στις ρίζες της βρίσκεται, από την μια, μια βαθιά θρησκευτική μονολιθική φλέβα όπου, για ιστορικά μεροληπτικούς λόγους, είναι ταυτισμένη με την ελληνικότητα και, από την άλλη, ότι ενυπάρχει μια κυρίαρχη φοβική στάση απέναντι στην διαφορετικότητα ανθρώπων διαφορετικής εθνικής και πολιτιστικής προέλευσης.

Ειδικότερα, η ιστορία καταδεικνύει την αναμφισβήτητη συμβολή της εκκλησίας σε περιόδους κρίσιμες για την Ελλάδα αλλά δεν αποδεικνύει ότι Έλληνας σημαίνει υποχρεωτικά και χριστιανός ορθόδοξος και, σίγουρα, δεν νομιμοποιεί τον διαχωρισμό των Ελλήνων με βάση το κριτήριο της πίστης. Αν αναλογιστεί κανείς τις δηλώσεις και προτροπές των ιεραρχών και την υποχρεωτική ορθόδοξη στάση πολιτικών και, γενικά, δημόσιων προσώπων για τον εξευμενισμό των πολιτών τείνει να συμπεράνει ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα συγκαλυμμένο θεοκρατικό κράτος όπου έχει ταυτίσει τις επίσημες αργίες και γιορτές του με το θρησκευτικό εορτολόγιο (από τις 365 ημέρες μόνο η εργατική πρωτομαγιά και η 28η Οκτωβρίου δεν είναι θρησκευτικές γιορτές). Πρόκειται για ένα κράτος που επιτρέπει την πολωτική συμπεριφορά της Εκκλησίας και, ουσιαστικά, την άρνηση αναγνώρισης των δικαιωμάτων των Ελλήνων στην θρησκεία, όπως απέδειξε το κείμενο της Εκκλησίας για την 25η Μαρτίου, μια συμπεριφορά που γεννά ανάλογα αισθήματα στους πολίτες και, σταδιακά, δημιουργεί μια μεροληπτική κοινωνική φιλοσοφία. Πρόκειται για αυτό το κράτος όπου εσκεμμένα λησμονεί στα εκπαιδευτικά του συγγράμματα και στα εθνικό προγράμματα εκπαίδευσης το γεγονός ότι πολλοί ήρωες της Επανάστασης του 1821 ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και ότι ο Κολοκοτρώνης οραματιζόταν ένα κράτος δίθρησκο και δίγλωσσο. Σίγουρα, όμως, δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι ήρωες της Επανάστασης δεν ήταν Έλληνες στην καρδιά, στην συνείδηση, στην ίδια την ιστορική τους ύπαρξη.

Στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας έχουν έντονη παρουσία πολίτες διαφορετικών εθνικοτήτων με κυρίαρχη ομάδα τους Αλβανούς. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν για τον ελληνικό κράτος την αντίστοιχη οικονομική δύναμη που προέκυψε στην Γερμανία και τις Η.Π.Α. με τα μεταναστευτικά κύματα του ’50-’70. Φυσικά, η ελληνική κοινωνία δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι στην Γερμανία δεν ήταν όλοι οι Έλληνες συνεπείς στην δουλειά τους, τίμιοι και υπάκουοι στο, αναμφισβήτητα, υψηλής ελεγκτικής ικανότητας γερμανικό κράτος αλλά θεωρεί ότι η ελληνική ανωτερότητα αποτέλεσε τον κυρίαρχο χαρακτήρα της εκεί ομογένειας. Στην Ελλάδα, ο πολίτης βιώνει εντονότερα την αντικοινωνική συμπεριφορά αλλοδαπών, κυρίως, διότι οι κρατικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Αυτό συνεπάγεται την γένεση και τροφοδότηση της αίσθησης της κοινωνικής και εθνικής ανωτερότητας και, κάθε φορά που δίνεται η ευκαιρία, την εκδήλωση της θεωρούμενης διαφορετικότητας. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τα επεισόδια στο γήπεδο και τις συζητήσεις που ακολούθησαν την νίκη της Εθνικής ομάδας απέναντι στην αντίστοιχη της Αλβανίας. Είναι αξιοσημείωτο πώς, με αφορμή τις επιδόσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, εκδηλώνεται ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό, αυτό το «συγκεκριμένο διαφορετικό», και νομιμοποιούνται, στην κοινωνική συνείδηση, πολιτειακοί αξιωματούχοι, όπως ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης, να μιλάνε σε Αλβανούς, σε επίσημες συζητήσεις, σαν να βρίσκονται στο γήπεδο ή στο καφενείο («…ρε μεγάλε») εκδηλώνοντας την άποψή του για την θέση των Αλβανών και, γενικότερα, των Βαλκάνιων αλλοδαπών στην ελληνική πραγματικότητα. Θα ήταν ενδιαφέρον να δει κανείς αν ο κ. Νομάρχης Θεσσαλονίκης σε κάποιο κτηματάκι του είχε στην δούλεψή του Αλβανούς να του καλλιεργούν το χωράφι ή να του βάφουν το σπίτι χωρίς να είναι ασφαλισμένοι ή, ακόμη, και λογικά αμειβόμενοι.