Χριστόδουλος: ο “ηγέτης” της Κάθαρσης

Μετά από ένα, σχεδόν, μήνα τα σκάνδαλα στους χώρους της Εκκλησίας και της Δικαιοσύνης συνεχίζουν να βρίσκονται στην επικαιρότητα και, μάλιστα, να εκπλήσσουν με το περιεχόμενο τους, τις βάσεις τους και τις παραβάσεις που συγκάλυπταν τόσο καιρό. Η Εκκλησία βιώνει μια διοικητική, πνευματική και ηθική κρίση με εξέχουσα προσωπικότητα τον «ηγέτη» της, όπως αρέσκεται να αυτοαποκαλείται, τον κ. Χριστόδουλο.

Στο άκουσμα του τιμητικού, κατά το παρελθόν τουλάχιστον, χαρακτηρισμού «ηγέτης», στο μυαλό του φέρνει κανείς έναν άνθρωπο που, από τη μια χαρακτηρίζεται από προσωπικότητα με ιδιότητες που του επιτρέπουν να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να βρίσκει λύσεις, και, από την άλλη, έναν άνθρωπο με όραμα που ξέρει ή είναι ικανός να βρίσκει τρόπους να το υλοποιήσει. Ακόμη κι αν, στο πεπερασμένο ιστορικό χρόνο, δεν καταφέρει να το κάνει πραγματικότητα, έχει εμπνεύσει ανθρώπους και έχει κατευθύνει πολλές εξελίξεις προς την κατεύθυνση που εξυπηρετεί το όραμά του.

Υπάρχουν πολλοί σήμερα στην ελληνική κοινωνία που βλέπουν τον κ. Χριστόδουλο ως «ηγέτη». Αρχικά, να γίνει σαφές ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι κάτι απολύτως σεβαστό και αποδεκτό. Η συζήτηση για τα σκάνδαλα και την ανεπάρκεια στην Εκκλησία δεν στρέφεται εναντίον της πίστης αλλά στοχεύει στους σαθρούς μηχανισμούς που έχουν χάσει την πνευματικότητά τους και έχουν αναχθεί σε διοικητικά όργανα με πολιτικούς στόχους, διπλωματική σκέψη και «στρατιωτικούς» -διάβαζε: κατακτητικούς- στοχασμούς και πρακτικές.

Ο άνθρωπος που κοπιάζει 6 περίπου χρόνια να πείσει το ποίμνιό του ότι αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του, αυτός που θεωρεί ότι ώθησε την ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία στον νέο αιώνα, ο άνθρωπος που, καταχρηστικά, εκφράζει απόψεις εκ μέρους του ελληνικού λαού, χωρίς την πραγματική αλλά μόνο την ιστορική διαπίστευσή του, διοργάνωσε ένα εκπληκτικό show-συνέντευξη, προμήνυμα για την αντίληψη που έχει σχετικά με τη λιτή και απέριττη εμφάνιση των ιερέων, σε ένα «μικρό παλάτι», την αρχιεπισκοπή, το ίδιο του το σπίτι, χρησιμοποίησε τεχνικές marketing και πολιτικού debate και δήλωσε, με κάθε ειλικρινά, πρώτον, ότι ο ίδιος δεν είναι μέρος του προβλήματος και, δεύτερον, ότι «…θα σιωπήσει, αν και αδικείται, για λόγους εθνικού συμφέροντος».

Η δημοσιογραφική έρευνα, που αυτή τη φορά, παρόλες τις γκρίζες τεχνικές και μεθόδους που συχνά χρησιμοποιεί, ώθησε τις εξελίξεις προς τη σωστή κατεύθυνση, δείχνει ότι στη Εκκλησία δομείται, συντηρείται και αναπτύσσεται ένας μηχανισμός που ως «όραμά» του έχει την οικονομική, πολιτική, σεξουαλική και διοικητική ικανοποίησή του. Όλοι οι συσχετισμοί που προκύπτουν από τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι στην κορυφή του μηχανισμού αυτού βρίσκεται ο κ. Χριστόδουλος, ο οποίος, όπως έχουν δείξει οι τελευταίες παρεμβάσεις του, πασχίζει να αποσυνδέσει το όνομά του από τις σκοτεινές διευθετήσεις και συμφωνίες. Ο όρος «σκοτεινός» δεν χρησιμοποιείται με την ασάφεια των ανακοινώσεων της αρχιεπισκοπής (σκοτεινές δυνάμεις, το καλό και το κακό) αλλά, σχεδόν, κυριολεκτικά χαρακτηρίζοντας τις προθέσεις και τη φιλοσοφία των συμφωνιών. Όταν ο κ. Χριστόδουλος θεωρεί ότι δεν είναι μέρος του προβλήματος στέλνει ένα σαφές μήνυμα για τις γραμμές της κάθαρσης και μια μικρή ένδειξη για τα αποτελέσματά της. Το πιο πιθανό είναι ότι εκλαμβάνει τον ρόλο του σαν να πρόκειται για έναν επιθεωρητή του Σ.Δ.Ο.Ε. που πηγαίνει να βάλει τάξη στα οικονομικά, έναν επιθεωρητή των Goodys που καλείται να βελτιώσει τις διαδικασίες παραγωγής για καλύτερες πωλήσεις ή σαν ένα manager που αναλαμβάνει μια επιχείρηση που βουλιάζει. Ακόμη και αν ο κ. Χριστόδουλος δεν αποτελεί μέρος του προβλήματος –με τα σημερινά στοιχεία αυτό αποτελεί μια ουτοπική επιθυμία- με την συμπεριφορά του θα γίνει και, σταδιακά, θα αποτελέσει εμπόδιο για την λύση της κρίσης αντί να δείξει την ηγετική του ιδιότητα: να ανοίξει τον δρόμο χωρίς να αφήνει αμφιβολίες.

Η δεύτερη δήλωση, σχετικά με το εθνικό συμφέρον, ξεφεύγει από τα όρια του ιστού της Εκκλησίας και ενδιαφέρει κάθε πολίτη, όχι μόνο κάθε χριστιανό. Η δήλωσή του κ. Χριστόδουλου προκαλεί την δημόσια νοημοσύνη και αποτελεί μια, εν δυνάμει, έκκληση για το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας. Αν ο αρχιεπίσκοπος χειρίζεται, με τον δικό του πάντα ιδιαίτερο τρόπο, και επηρεάζει θέματα εθνικού βεληνεκούς και συμφέροντος τότε οι πολιτικοί της χώρας πρέπει να δώσουν εξηγήσεις που αφορούν την άτυπη ανάθεση αρμοδιοτήτων και την ενδυνάμωση του αρχιεπισκόπου που τον κατέστησαν ικανό να κάνει τέτοιου είδους παρεμβάσεις. Πώς κατέληξε η δημοκρατία, που εκθειάζεται και επιστρατεύεται σε εκλογικές αναμετρήσεις, να καθιστά ένα θρησκευτικό ηγέτη, έναν άνθρωπο σε ένα αξίωμα μη εκλόγιμο και επιλέξιμο από τον πολίτη της χώρας-τον χριστιανό, τον μουσουλμάνο, τον πιστό του δωδεκάθεου, τον οπαδό της εκκλησίας της πεντηκοστής, τον μάρτυρα του Ιαχωβά- να εκπροσωπεί ένα ολόκληρο έθνος σε θέματα εθνικής σημασίας; Εξηγήσεις πρέπει να δοθούν και από την μεριά των πιστών, τουλάχιστον στα μάτια του γράφοντος. Πώς ακριβώς αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν τις εξελίξεις; Τί τους αποτρέπει από το να εξεγερθούν με τον εμπαιγμό της αγνής, ειλικρινούς και αγαθής πίστης τους από την ιεραρχίας της Εκκλησίας αλλά επιλέγουν να επαναστατούν σε θέματα αποκλειστικά κρατικού διοικητικού ενδιαφέροντος, όπως οι ταυτότητες;