Το κυνήγι της χαμένης πολιτικής φιλοσοφίας

Η αναθέρμανση της πορείας μερικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε κάποιες χώρες της Ευρώπης έδωσε λαβή σε ελληνικούς κομματικούς σχηματισμούς και σε πολιτικούς σχολιαστές για σκέψεις σχετικά με την αναγέννηση του σοσιαλισμού, την αξιοποίηση του ασαφούς και ανεπαρκούς «τρίτου δρόμου», ενός πειράματος συγκερασμού αντιθετικών αρχών: του σοσιαλιστικού μοντέλου και της φιλελεύθερης αντίληψης.

Στην πράξη, κανένα πολιτικό κόμμα, σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος, δεν είναι σε θέση, στο σύγχρονο περιβάλλον της καπιταλιστικής δομής, να εφαρμόσει αμιγώς σοσιαλιστικά ή φιλελεύθερα μοντέλα ανάπτυξης, επειδή, κυρίως, οι απατήσεις, οι επιταγές και οι συνθήκες καθορίζονται από την δομή που έχει το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό, στοιχεία που δεν επιβλήθηκαν από την εφαρμογή μιας μόνο πολιτικής θεώρησης αλλά προήλθαν από τις επιδράσεις πολλών και μακροχρόνιων ζυμώσεων με προεξέχουσες εκείνες που περιλαμβάνουν τις μεταβατικές διαδικασίες κατά τις «επαναστάσεις» της οικονομίας και της τεχνολογίας (κύματα οικονομίας), τις φρούδες υποσχέσεις του νεωτερισμού μετά το 1945, την υψηλής αρχιτεκτονικής «συμφωνία» του Ψυχρού Πολέμου, την αποτυχία της εθνικής ανάπτυξης του Τρίτου Κόσμου και την κατάρρευση του «Φιλελευθερισμού» με την πτώση του τείχους του Βερολίνου (παρόλο που αρκετοί θεωρούν ότι κατέρρευσε ο Κομμουνισμός ο γράφων θεωρεί ότι η ήττα ήταν, πρωτίστως, της φιλελεύθερης ιδεολογίας).

Το καπιταλιστικό σύστημα έχει δυο ισχυρά και, σχεδόν, ακαταμάχητα χαρακτηριστικά. Πρώτον, η κοινωνικοοικονομική πόλωση που προκαλεί δημιουργώντας τάξεις -με το παραδοσιακό νόημα- που απέχουν ως προς τα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά τους και, δεύτερον, παρουσιάζει μια ευελιξία ως προς την γεωγραφική μετακίνηση και εγκατάσταση των πόλων παραγωγής κεφαλαίου. Αυτά τα δυο στοιχεία προσδίδουν ευελιξία και εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή του συστήματος. Από την άλλη πλευρά, ο σοσιαλισμός, ή ακόμη και η σοσιαλδημοκρατία, έχει μείνει μόνο στο θεωρητικό επίπεδο, αρκετές φορές με ανεπάρκεια ακόμη και θεωρητικής υποστήριξης, αποτυγχάνοντας να υποδείξει και να εφαρμόσει πολιτικές που να υλοποιούν το προτεινόμενο όραμα. Μετατρέπεται, έτσι, ξεκάθαρα σε έναν σύμμαχο του καπιταλισμού που αναγνωρίζει ότι η επιβίωση του υπάρχοντος status quo εξασφαλίζει και την ίδια την συνέχειά του.

Μετά το 1989, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, η οποιαδήποτε διαφοροποίηση αμβλύνθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε να δημιουργηθεί ένας πολιτικός χώρος που ευνοεί τις ακραίες προτάσεις (ναζισμός, ρατσισμός, εθνικισμός, τρομοκρατία). Παράλληλα, η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας, η ανεπάρκεια των εκπαιδευτικών μηχανισμών, η παγκοσμιοποίηση, η αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από την εργασία και την απασχόληση, η αποσύνδεση της εργασίας από το εισόδημα, οι κανονιστικές παρεμβάσεις των κρατών σε θεσμικό επίπεδο προς μια συνεχώς αυξανόμενη απορρύθμιση των νόμων για χάρη της αγοράς, η αγωνία για την εναρμόνιση με τους αριθμούς, η εξαφάνιση των διακριτών ορίων των κοινωνικών τάξεων αποκάλυψε την ανεπάρκεια των πολιτικών φιλοσοφιών και πρακτικών του παρελθόντος.

Έτσι, το πισωγύρισμα έχει νόημα μόνο για παιδαγωγικούς και ιστορικούς λόγους. Οι προτάσεις που γεννήθηκαν στο παρελθόν δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, κυρίως, επειδή οι συνθήκες που τις γέννησαν, από την μια, ήταν ταξικές –σκοπό είχαν την ικανοποίηση αδικιών και απαιτήσεων κάποιας τάξης- και, από την άλλη, ήταν σταθερές. Σήμερα κανένα από τα δυο σημεία δεν ισχύει: κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχουν, ιδιαίτερα εργατική τάξη, και οι συνθήκες είναι κατακλυσμιαία δυναμικές. Μεταβάλλονται κάτω από την επίδραση πολλαπλών, ανταγωνιστικών και μη, παραγόντων και η μεταβολή τους σε κάποιο τομέα μεγεθύνει τις συνέπειες σε κάποιο άλλο χώρο (χαοτική συμπεριφορά του κοσμοσυστήματος).

Από το παρελθόν δεν μπορούν να δοθούν απαντήσεις παρά μόνο να κληρονομηθούν τα αποτελέσματα. Η αναζήτηση λύσεων βρίσκεται σε εξέλιξη. Η αγωνία, ιδιαίτερα των σημερινών τριαντάρηδων, είναι έντονη. Για την ώρα, λύσεις δεν υπάρχουν αλλά μια διαρκής προσπάθεια δοκιμής-και-λάθους από πολλά κράτη σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Αμερική προτείνει το δικό της μοντέλο του Κοινοτισμού, η Ευρώπη δοκιμάζει τα πολιτικά δίκτυα, η Κίνα και η Ιαπωνία υποτάσσουν τα ατομικά δικαιώματα και την προσωπική ανάπτυξη στην κρατική και εθνική οικοδόμηση, ο Τρίτος Κόσμος δημιουργεί μετανάστες που φορτίζουν τις κοινωνίες και τις οικονομίες με την απαίτηση της αφομοίωσής τους, οι κοινωνικές αδικίες σε βάρος ειδικών ομάδων πληθαίνουν. Αυτά είναι μερικά προβλήματα που συνθέτουν το σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό παζλ, χωρίς να γίνει αναφορά στην αλλοίωση της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων, και οι διέξοδοι δεν προκύπτουν από τις παλιές αντιλήψεις. Αυτοί είναι κάποιοι παράγοντες που αναζητούν ένα «μαγικό ή ικανό» ραβδί για να ισορροπήσουν θετικά.