Μέτρα για την τόνωση ή για την εξόντωση της οικονομίας;;;

Μετά τις διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες, το δούναι και λαβείν επιχειρημάτων, παραχωρήσεων και επικοινωνιακών τακτικών, μετά το παρασκήνιο των συναντήσεων υπουργών, υφυπουργών και κάθε είδους στελεχών γραμματειακής ή συμβουλευτικής υποστήριξης τεκμηριώθηκε και επίσημα το, καθ’ όλα γνωστό γεγονός στο εσωτερικό της Ελλάδας, μακριά από κάθε κομματική επικοινωνιακή ρότα, ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σοβαρότατο έλλειμμα, βρίσκεται σχεδόν σε «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», λόγω των ανύπαρκτων επιδόσεών της σε παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα και καινοτομία, και προέκυψε πλέον σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο η αναγκαιότητα λήψης οικονομικών μέτρων για την συγκέντρωση πόρων προς αντιστάθμιση της διαφοράς στους υπολογισμούς.

Συγκεντρώθηκαν οι ιθύνοντες από τα ευρωπαϊκά επιτελεία, μελέτησαν οι εγχώριοι ειδήμονες, καταξιωμένοι ακαδημαϊκοί όλοι τους, δηλαδή καταξιωμένοι και αναγνωρισμένοι έξω-από-την-αγορά θεωρητικοί χωρίς ούτε την στοιχειώδη φιλοσοφική ή ερευνητική τουλάχιστον χροιά, και αποφασίζουν ότι για να αντιμετωπιστούν, πάντα με ήπιες μεταβολές, όπως ισχυρίζονται, τα οικονομικά προβλήματα πρέπει να αυξηθεί ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), εμμέσως ή αμέσως, να επιβληθούν νέου τύπου φόροι και να αυξηθούν τα άμεσα έσοδα του κράτους μέσω των γνωστών καταναγκαστικά αποδοτικών μηχανισμών (έλεγχοι ΣΔΟΕ, ΤΕΒΕ κ.λπ.)

Στις αποκεντρωτικού τύπου οικονομίες, όπως είναι δομημένες σήμερα στον Δυτικό κόσμο, αυτές που ακολουθούν από πολύ κοντά το καπιταλιστικό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης, είτε με το περιτύλιγμα του φιλελευθερισμού είτε με τον ευρωπαϊκού τύπου σοσιαλισμό, η ανάπτυξη της αγοράς γίνεται μέσω της ροής του χρήματος. Η δύναμη, η ανάπτυξη, η κοινωνική ευημερία, η κρατική ισχυροποίηση, τα έσοδα του κράτους, είναι αποτελέσματα της, σε γενικές γραμμές, κίνησης του χρήματος και όχι της άκαμπτης συσσώρευσης, ιδιαίτερα στο επίπεδο των ανθρώπων που δίνουν υπόσταση στην οικονομία ενός κράτους, στους ανθρώπους της μέσης οικονομικά τάξης.

Με τα οικονομικά μέτρα που επιλέγονται η χρήση του διαθέσιμου εισοδήματος του καταναλωτή οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. Η αύξηση των φόρων, η διατήρηση των ήδη υψηλών ποσοστών φορολόγησης μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, η αναπόφευκτη αύξηση των καυσίμων, η απειλούμενη αύξηση των επιτοκίων, η βέβαιη αύξηση της χρέωσης των παρεχόμενων υπηρεσία του Δημόσιου Τομέα (Δ.Ε.Η., Τ.Ε.Β.Ε., Τηλεθέρμανση, Ύδρευση), σχεδόν με μαθηματική βεβαιότητα, οδηγούν σε στραγγαλισμό του διαθέσιμου χρηματικού ποσού από την μεριά των καταναλωτών ή, διαφορετικά, ακολουθώντας ένα επιστημονικό φορμαλισμό, το κρίσιμο διαθέσιμο εισόδημα του καταναλωτή αυξάνει με αποτέλεσμα μια πιο συντηρητική και, μοιραία, πιο απαισιόδοξη συμπεριφορά.

Προφανώς, το κράτος έχει να κερδίσει περισσότερα, οικονομικά και κοινωνικά, όταν ένα ζευγάρι πηγαίνει τρεις φορές το μήνα σε ένα εστιατόριο για φαγητό παρά όταν το ίδιο ζευγάρι είναι σε θέση να επισκεφθεί το εστιατόριο μια φορά τον μήνα. Είναι εξίσου προφανές ότι στην πρώτη περίπτωση η κατανάλωση θα είναι μεγαλύτερη από την δεύτερη, οδηγώντας σε πολλαπλά οφέλη. Επιπλέον, κράτος, καταναλωτές και επιχειρήσεις επωφελούνται πολλαπλά όταν μια οικογένεια μπορεί να κάνει διακοπές δυο φορές τον χρόνο, ή πηγαίνει εκδρομές κάθε ένα ή δυο μήνες, παρά όταν διστακτικά ξεφεύγει μια φορά στα δυο χρόνια.

Αυτά μπορεί να ακούγονται απλοϊκά και να συνιστούν μια έμμεση αμφισβήτηση ή, ακόμη, και έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι σε «διαβασμένους» οικονομολόγους αλλά, εξίσου απλά, χρησιμοποιούνται τα εισαγωγικά στην πιο πάνω λέξη όταν οι διαβασμένοι της «υψηλής» διανόησης στερούνται τον κοινό νου της «χαμηλής» καθημερινής πρακτικής (απαιτούνται πολλαπλά ζεύγη εισαγωγικών αφού οι υπάρχοντες ορισμοί των λέξεων αποδεικνύονται ανεπαρκείς και, παράλληλα, η τρέχουσα συμπεριφορά δικαίως τα αφαιρεί από την φράση ‘κοινός νους’). Η ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς εμπεριέχει και την εγγενή αδυναμία αντίδρασης και αντίστασης στην δίνη των καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, όμως δεν μπορεί να τιθασεύσει την σκέψη ότι γειτονικά κράτη, όπως η Αλβανία, επιλέγουν να έχουν τον φορολογικό συντελεστή των επιχειρήσεων στο 20% ενώ η Ελλάδα στο 35%. Όμως, ταυτόχρονα, η ερμηνεία αυτή μπορεί να προσεγγίσει το φαινόμενο της κενής θεωρητικολογίας για την ανάπτυξη και την οικονομική ανάκαμψη που πρεσβεύει στο σύνολό του ο κομματικός κόσμος στην Ελλάδα.