Κάθαρση: Το και(ε)νό σύμβολο της Πίστης

Δικαστικοί και κληρικοί, κάθε βαθμίδας, κάθε ηλικίας, κάθε «ειδικότητας» και δραστηριότητας φαίνεται ότι συμμετέχουν, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας και με διαφορετική εκκίνηση, προεκτάσεις και απολαβές, στα βαρύγδουπα σκάνδαλα που, σαν να έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, αποκαλύφθηκαν και μονοπωλούν την επικαιρότητα, τις κοινωνικές ανησυχίες, τις πολιτικές σκέψεις και πρακτικές, τη δημοσιογραφική αποστολή. Στη δικαιοσύνη και την ορθόδοξη εκκλησία, σε δυο κεντρικούς θεματικούς χώρους της ελληνικής κοινωνίας, επιτελείται μια πρωτόγνωρης έντασης και έκτασης επιχείρηση «καθαρισμού» ή, όπως έχει επικρατήσει, για χάρη μιας λαϊκίζουσας καθαρευουσιάνικης λήθης, επιτελείται «κάθαρση».

Η δικαιοσύνη βρέθηκε μπροστά στις αποκαλύψεις για τον χρηματισμό, την παράτυπη και στρατευμένη συμπεριφορά λειτουργών της και, άμεσα, αντέδρασε. Ενεργοποίησε και δρομολόγησε όλες εκείνες τις απαραίτητες διαδικασίες που απαιτούνται, πρώτον, για να κριθεί αν υπάρχει παρανομία ή υπέρβαση και, δεύτερον, για να επιβληθούν ποινές, να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία και, κυρίως, η εμπιστοσύνη και να επαναπροσδιοριστεί το περιεχόμενο του ίδιου του θεσμού. Στον χώρο της δικαιοσύνης αυτά μπορούν να γίνουν επειδή υπάρχει σαφές πλαίσιο, αποδεκτό από το σύνολο των ανθρώπων που συμμετέχουν στη δικαιοσύνη, το οποίο προσδιορίζει τι ακριβώς συνιστά παράβαση, τι είναι ηθικά μεμπτό στην αντίληψη της δικαιοσύνης, ποιες πρακτικές επιτρέπονται, ποιες οδηγούν σε ολίσθηση και ποιες συντελούν στην έκπτωση της φερεγγυότητάς της, ποιες είναι ανεκτές και σε ποιο βαθμό. Το πλαίσιο αυτό είναι καθορισμένο και αποδεκτό από όλους εκ προοιμίου. Όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει ή τι θα συμβεί αν αποδειχθεί, μέσα από διαδικασίες που, και αυτές, είναι γνωστές, ότι ένας δικαστής χρηματίζεται για να αποφασίσει υπέρ κάποιας πλευράς.

Στον χώρο της εκκλησίας η κατάσταση, εξ ορισμού, είναι ασαφής. Η ίδια η δομή της εκκλησίας και οι βάσεις της χαρακτηρίζονται από ασάφεια-τα δόγματά της, οι διαδικασίες της, οι κανόνες της, ακόμη και οι επικαλούμενες «εξ αποκαλύψεως» αλήθειες. Είναι ξεκάθαρο, απολύτως σεβαστό και αποδεκτό ότι το δικαίωμα της πίστης αναγνωρίζεται σε κάθε άνθρωπο. Είναι, όμως, εξίσου ξεκάθαρο ότι ο οργανισμός που χρειάστηκε περίπου 340 χρόνια από την έλευση του Χριστού, μια οικουμενική σύνοδο και έντονες διαβουλεύσεις για να αποδεχθεί την θεϊκότητα του ίδιου του Χριστού (Α’ Οικουμενική Σύνοδος-Το Σύμβολο Της Πίστης), μερικές ακόμη συνόδους και πολλούς αιώνες συζητήσεων και προτάσεων για να καθορίσει τα μυστήρια, δεν είναι σε θέση να φέρει σε πέρας την κάθαρση-πόσο μάλλον την αυτο-κάθαρση. Δεν υπάρχει σαφές περίγραμμα τι συνιστά αθέμιτη ή προκλητική συμπεριφορά. Μπορεί ο αρχιεπίσκοπος να δίνει επιστολές μεροληπτικές; Ίσως, ανάλογα πώς ερμηνεύεται η συμπεριφορά και, κυρίως, η πρόθεση. Μπορεί ο πρόεδρος ανώτατου δικαστηρίου να πράξει ανάλογα; Όχι, σαφώς και ξεκάθαρα, όπως υπαγορεύεται από τους κανόνες της θέσης που βρίσκεται. Μπορεί ένας ιερέας από τον μισθό του, όπως και ένας δημόσιος υπάλληλος να έχει επενδύσει σε μετοχές εταιρίας που προσφέρει διασκέδαση; Ίσως να μπορεί ίσως και όχι-και αυτό είναι θέμα ερμηνείας. Μπορεί ένας ιερέας να τοποθετήσει την αγιογραφία του δίπλα στην Παναγία; Εξαρτάται από την πλειοψηφία-μερικοί εκτιμούν ότι έχει σημαντική προσφορά στην κοινωνία και στους ανθρώπους και άλλοι βλέπουν έπαρση και αλαζονεία. Μπορεί, λοιπόν, η εκκλησία να επιτελέσει γνήσια κάθαρση; Αν συμβεί αυτό θα πρέπει, ως τελικό προϊόν της διαδικασίας, να επιστρέψουν σπίτι τους όσοι χαρακτηρίζονται από μεμπτή συμπεριφορά όπως συμβαίνει με του δικαστικούς, οι οποίοι αποβάλλονται από το δικαστικό σώμα, ανεξάρτητα σε ποιο επίπεδο της ιεραρχίας βρίσκονται.

Η δικαιοσύνη, με τις διαδικασίες που ανέλαβε για την αντιμετώπιση των σκανδάλων, έστρεψε την προσοχή της στην πηγή του προβλήματος: στο εσωτερικό της περιβάλλον και δεν προσπάθησε να «χτίσει» την εξιλέωσή της στην αντιληπτική ικανότητα του πολίτη. Η εκκλησία, μέσω των ανώτερων λειτουργών της, ακόμη και μέσω των αποφάσεων των διοικητικών της οργάνων, επικαλείται διαρκώς μεταφυσικές και ασαφείς έννοιες-όπως τη βοήθεια του Θεού, την απομάκρυνση από τις αρχές του Χριστιανισμού- έννοιες δυσνόητες που δεν επιτρέπουν τους ανθρώπους που ειλικρινά πιστεύουν να ισορροπήσουν εσωτερικά τη πνευματική και υλιστική σύγκρουση που επιτελείται και να νιώθουν ότι η χρήση της λέξης «ποίμνιο» από την εκκλησία δεν έχει μεταφορικό χαρακτήρα αλλά κυριολεκτικό. Μεγάλη, λοιπόν, η πρόκληση για κάθαρση, μεγάλη η προσπάθεια αναγωγής της κάθαρσης σε συστατικό δόγμα της ίδιας της Πίστης, της ίδιας της ύπαρξης της ορθόδοξης εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, η πρόκληση ίσως να είναι δυσβάσταχτα μεγάλη, με σημαντικές απώλειες στο τέλος, κάτι που δεν θα είναι θέμα ερμηνείας αλλά ξεκάθαρο γεγονός.