Εκπαιδευτικό Σύστημα: Ο ασθενής στην εντατική

Στα μέσα του καλοκαιριού ανακοινώθηκαν οι βαθμοί των υποψηφίων για την εισαγωγή τους στα Α.Ε.Ι και Α.Τ.Ε.Ι. Για άλλη μια φορά η ελληνική κοινωνία βρέθηκε μπροστά σε μια κατάσταση που αναπαράγεται με τον ίδιο τρόπο τα τελευταία τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Μάλιστα κάθε φορά προκαλεί την ίδια έκπληξη σαν να πρόκειται για την πρώτη φορά. Οι υποψήφιοι κατάφεραν να συγκεντρώσουν τους χαμηλότερους βαθμούς που μπορούσαν και, την ίδια στιγμή, να επιτύχουν την εισαγωγή τους σε κάποια σχολή ανώτατης εκπαίδευσης. Τότε όλοι εκπλήσσονται και αναρωτιούνται για τις ικανότητες, τις δεξιοτεχνίες και τις γνώσεις των υποψηφίων. Λίγοι είναι αυτοί που παραδέχονται ότι ο θύτης είναι το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα και οι υποψήφιοι αποτελούν το θύμα. Και ακόμη λιγότεροι αυτοί που μπορούν να διακρίνουν πώς οι συνιστώσες αυτού του συστήματος οδηγούν σ’ αυτό το αποτέλεσμα.

Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, στην ευρεία του διάσταση, αποτελείται από τους μαθητές ως κοινωνούς της εκπαιδευτικής διαδικασίας και τους καθηγητές που ενσαρκώνουν την εκπαίδευση. Για να λειτουργήσει το σύστημα χρειάζεται υλική και λειτουργική υποστήριξη -κτίρια, βιβλία, διαδικασίες- και, ως κινητήρια δύναμη, απαιτείται όραμα και φιλοσοφία παιδείας.

Πρώτος παράγοντας είναι η φιλοσοφία εκπαίδευσης. Αυτή καθορίζεται από την πολιτική του κράτους και στοχεύει στον σαφή καθορισμό των στόχων της εκπαίδευσης σε στρατηγικό επίπεδο, στην αναλυτική καταγραφή των μεθόδων και των πρακτικών που απαιτούνται, στην διάχυση αυτής της φιλοσοφίας σε όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες του εκπαιδευτικού ιστού και στην εξασφάλιση ότι γίνονται οι σωστές διαδικασίες εφαρμογής με τον σωστό τρόπο.

Τα μηνύματα που έγιναν ξεκάθαρα με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αποκαλύπτουν στοιχεία της φιλοσοφίας που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα. Είναι γεγονός, ακόμη και αν αυτό προκαλεί θλίψη σε μερικούς, ότι η Ελλάδα δεν μένει απομονωμένη από τις αλλαγές που επιτελούνται σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, η εξάπλωση των συνεπειών της μετακαπιταλιστικής εποχής αγγίζει και τις εγχώριες συνθήκες στο επίπεδο της αγοράς εργασίας. Είναι πλέον σαφές ότι, ακόμη και η Ελλάδα, οδεύει στην εποχή της γνώσης, έστω και με βραδύτερους ρυθμούς από άλλες χώρες, αφήνοντας πίσω την εποχή όπου κυρίαρχο οικονομικό και κοινωνικό ρόλο είχε το κεφάλαιο και, κατά συνέπεια, η εξειδικευμένη εργασία. Εποχή της γνώσης σημαίνει ότι η οικονομική και παραγωγική διαδικασία έχει την βάση της στην γνώση και πλαισιώνονται με τις απαραίτητες διαδικασίες διαχείρισης, ανάπτυξης και χρήσης της. Δεν πρόκειται για μια μικρή παράγραφο ενός τυποποιημένου εγχειριδίου συναρμολόγησης τμήματος μιας μηχανής όπως ίσχυε στην βιομηχανική εποχή όπου κυριαρχούσε η αντίληψη της εξειδικευμένης εργασίας αλλά, αντίθετα, απαιτείται η πληρότητα στην γνώση, η ικανότητα να συνδυάζεται σε πολλαπλά αλληλεπιδραστικά επίπεδα, η αίσθηση του συνόλου, η αλλαγή κλίμακας από το γενικό στο ειδικό, η διάθεση και η νοοτροπία μάθησης, η αρμονική συνύπαρξη του νοητικού και του συναισθηματικού κόσμου του ανθρώπου.

Είναι φανερό ότι η εισαγωγή υποψηφίων σε πανεπιστημιακά τμήματα με βαθμούς λίγο πάνω από το 3 στην κλίμακα του 20 δεν πείθει κανέναν ότι η πολιτική της εκπαίδευσης συμπορεύεται με τις νέες εξελίξεις, αντιλαμβάνεται τις αλλαγές και αφομοιώνει μεθόδους που προσαρμόζουν την εκπαίδευση στις σύγχρονες απαιτήσεις. Ακόμη και αν κάποιος σκεφτεί ότι οι βαθμοί δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική γνωσιακή βαρύτητα των υποψηφίων οι μαρτυρίες καθηγητών που δραστηριοποιούνται στον χώρο του πανεπιστημίου διαβεβαιώνουν για το αντίθετο μεταφέροντας την έντονη απογοήτευσή τους. Η πρακτική αυτή, σε βάθος χρόνου, αναπτύσσει φοιτητές, άρα και επαγγελματίες, με πλημμελή γνώση, με απουσία εκλεπτυσμένων και καλλιεργημένων επαγγελματικά ικανοτήτων, αναπτύσσει φορείς μιας κουλτούρας που απεχθάνεται την μόρφωση και την συνεχή εκπαίδευση. Οι επαγγελματίες αυτοί καλούνται να εργαστούν σε επιχειρησιακό περιβάλλον που δομείται από στοιχεία ξένα προς αυτά που καλλιέργησαν την επαγγελματική τους προσωπικότητα. Νιώθουν ασύμβατοι με τις σύγχρονες ανάγκες και ιδιαιτέρως αφιλόξενοι με «τις απαιτήσεις της αγοράς». Με αυτόν τον μηχανισμό οι διαδικασίες εκπαίδευσης που βρίσκουν εφαρμογή σήμερα παράγουν περισσότερους άνεργους αύριο.

Τα κτίρια, τα βιβλία, οι διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού, οι τοποθετήσεις των δασκάλων και των καθηγητών αποτελούν τις υποστηρικτικές και διοικητικές διαδικασίες της εκπαίδευσης. Έχει κατασταθεί συνήθεια να αποτυγχάνουν οι αρμόδιες αρχές να είναι συνεπείς στις τοποθετήσεις των καθηγητών, στην ύπαρξη σχετικών συγγραμμάτων ακόμη και στην ύπαρξη κτιρίων. Αυτό είναι θέμα περισσότερο διοικητικής και διαχειριστικής φύσης και καταδεικνύει την αδυναμία αποτελεσματικής λειτουργίας του οργανωμένου δημόσιου υποστηρικτικού μηχανισμού.

Τρίτο στοιχείου της εκπαίδευσης αποτελούν οι καθηγητές. Φορείς της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας, αποτελούν τον ανθρώπινο παράγοντα που μεσολαβεί μεταξύ των στρατηγικά καθορισμένων στόχων και της πρακτικής εφαρμογής. Είναι, όμως, και κάτι παραπάνω. Είναι ο πομπός των μηνυμάτων που γαλουχούν, εμποτίζουν και διεγείρουν την προσωπικότητα των μαθητών. Σε ρόλο πολύ διαφορετικό από την οικογένεια, οι ιδέες και οι πρακτικές τους μεταφέρουν μηνύματα που, ουσιαστικά, διαμορφώνουν και επηρεάζουν τις απόψεις και τις στάσεις των κοινωνών της γνώσης, των μαθητών. Είναι προφανές ότι για να σταθούν απέναντι στους εύπλαστους πνευματικά και συναισθηματικά μαθητές απαιτείται από τους ίδιους να προβάλλουν συγκροτημένη προσωπικότητα με σφαιρική ανάπτυξη και με αντιλήψεις και πρακτικές που οδηγούνται από δημιουργικό πνεύμα και οδηγούν στην «παίδευση» προσωπικότητας.

Σε καθημερινούς πραγματιστικούς όρους, είναι αμφίβολο αν η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών έχουν ανοιχτές τις αισθήσεις τους στις ιδέες και στις τάσεις που προβάλλουν στο σύγχρονο επαγγελματικό, κοινωνικό και πολιτισμικό παζάρι. Ακόμη πιο αμφίβολο είναι αν μπορούν και έχουν την διάθεση να απαλλαγούν από τα εγγενή πλέον χαρακτηριστικά του άκοπου και απραγούς δημοσίου υπαλλήλου. λιγότερος κόπος, λιγότερο έργο, παντελής έλλειψη αξιολόγησης τόσο της μεταδιδόμενης γνώσης όσο και των εκπαιδευτικών ικανοτήτων και μεθόδων, και, παράλληλα, διαχυτική και προκλητική κάποιες φορές εκδήλωση της προσβολής και της υποβάθμισης της προσωπικότητάς τους κάθε φορά που θίγονται κάποια «κεκτημένα», κατά την συνδικαλιστική αντίληψη, δικαιώματα. Δικαιώματα που απορρέουν από την κοινωνική ευαισθησία και την πολιτειακή επιλογή για το έργο του εκπαιδευτικού. Η ελληνική εκπαιδευτική αντίληψη έχει αποσυνδέσει στο μυαλό των εκπαιδευτικών το προϊόν της εκπαίδευσης, την εκλαμβανόμενη γνώση, την ανάπτυξη ικανοτήτων και την δημιουργία διεξόδων στα ταλέντα και στις ευαισθησίες των μαθητών, από την παραγωγική διαδικασία, την μέθοδο διδασκαλίας, το ενδιαφέρον τους για τις ιδιαιτερότητες κάθε μαθητή, καταργώντας το εκπαιδευτικό αξίωμα ότι οι εκπαιδευτικοί συμβάλλουν δημιουργικά στο όραμα κάθε μαθητή. Συμπεριφέρονται σαν να μην τους αφορά ποιες δυνάμεις κατευθύνουν τον ψυχισμό και την σκέψη των μαθητών μετά το τέλος της εκπαιδευτικής τους αλληλεπίδρασης.

Τελευταίο στοιχείο αποτελούν οι μαθητές. Στο μυαλό τους συντελείται ένας αγώνας μεταξύ των ιδεών που προέρχονται από την οικογένεια, των συνθηκών της εποχής τους, των μηνυμάτων που λαμβάνουν από την ίδια την πολυπλοκότητα της ζωής, τις ίδιες τις βιωματικές εμπειρίες τους και από τις ιδέες που συναντούν στους εκπαιδευτικούς χώρους. Ο αγώνας αυτός μοναδικό στόχο έχει την ταξινόμηση των μηνυμάτων, την αποκωδικοποίηση και την αξιολόγησής τους ώστε να αποτελέσουν δημιουργική παρακαταθήκη για τις μελλοντικές αποφάσεις τους.

Στην ελληνική πραγματικότητα, οι μαθητές έχουν πλασμένη την εικόνα της προδιαγεγραμμένης πορείας που θεωρούν ότι δίνει ασφάλεια και ελπίδα μέχρι το τέλος της εργασιακής τους ζωής. Να περάσουν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, να αποφοιτήσουν, να διοριστούν σε κάποιο δημόσιο φορέα, να παράγουν το ελάχιστο δυνατό έργο και να αμείβονται με τις μέγιστες δυνατές απολαβές. Το σενάριο αυτό έχει παράγει την αντίληψη ότι η εισαγωγή και η περάτωση των πανεπιστημιακών σπουδών δεν απαιτεί την κατάκτηση του κυριότερου συστατικού: της γνώσης. Κυριαρχεί η ιδέα ότι η γνώση είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν. Μοναδικό μέλημα είναι να γνωστοποιηθούν τα θέματα, να απομνημονευθούν οι απαντήσεις-κονσέρβα από τα φροντιστήρια, να αναπαραχθούν την κατάλληλη στιγμή, να υπάρξουν ικανοποιητικοί βαθμοί και ο μαθητής να νιώσει την αίσθηση της «επιτυχίας». Απουσιάζει παντελώς η συγκίνηση της κατάκτησης της γνώσης, η μέθη του καινούργιου και του διαφορετικού, απουσιάζει η κουλτούρα μάθησης.

Καθημερινά διαπιστώνει κανείς ότι η ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από παρεκτροπές και εκφυλιστικές πρακτικές των δομικών στοιχείων της. Παρουσιάζει στοιχεία που καταδεικνύουν ότι βρίσκεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια συντήρησης και όχι εξέλιξης αγνοώντας το δημιουργούμενο κόστος, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Το εκπαιδευτικό σύστημα του σήμερα έχει κλείσει τον κύκλο του. Είναι ένα χρεοκοπημένο σύστημα που κρατάει την εκπαίδευση στην Ελλάδα δέσμια του χθες χωρίς να την αφήνει να βρει τον χώρο, τον δρόμο και την βαρύτητά της στο αύριο. Είναι απαραίτητες μεταβολές που δημιουργούν νέες κοινωνικές, διοικητικές και λειτουργικές δομές. Τέτοιας έκτασης αλλαγές πραγματοποιούνται μόνο από τους θεσμικούς εκείνους παράγοντες που μπορούν να επηρεάζουν την διάρθρωση και τον τρόπο αντίληψης μιας ολόκληρης κοινωνίας και να ρυθμίσουν την λειτουργία ενός κράτους. Είναι οι πολιτικοί εκείνοι που, θεωρώντας δεδομένη την πρόθεση και την ικανότητα, έχουν την δυνατότητα, μέσω διαδικασιών και μηχανισμών, να οδηγούν μια κοινωνία και ένα κράτος να αλλάξει. Αυτό χρειάζεται να γίνει και στην εκπαίδευση. Η ανανέωση και ο εκσυγχρονισμός είναι απαραίτητα. Έτσι, λοιπόν, το εκπαιδευτικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι πρωτίστως πολιτικό πρόβλημα.