Έλληνας οδηγός: Προκαλώντας θεούς και ανθρώπους

Για ακόμη μια φορά, η Ελλάδα έζησε ένα ακόμη τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, αυτό που συνέβη στην περιοχή του Μαλιακού. Για ακόμη μια φορά, αποτέλεσε την απαρχή συζητήσεων, διαφωνιών, προτάσεων, πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ήταν το αγαπημένο θέμα όλων των κεντρικών δελτίων ειδήσεων με διεισδύσεις που ξεκινούσαν από τις κατασκευαστικές κακοτεχνίες και κατέληγαν στην πολιτική ευθύνη.

Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με την τεχνική κατάσταση που επικρατεί στους ελληνικούς δρόμους. Είναι βέβαιο ότι οι μελέτες δεν έχουν γίνει στον βαθμό συνέπειας που απαιτείται, οι απαραίτητοι κανόνες δεν έχουν τηρηθεί από τους τεχνικούς, οι απαιτούμενοι έλεγχοι δεν έχουν γίνει από τους φορείς κατά την παραλαβή των έργων, η υποχρεωτική συντήρηση και αποκατάσταση φθορών δεν ακολουθείται με συνέπεια.

Αυτή είναι η κατάσταση. Είναι θεμιτό να πιέζουν όλες οι μεριές για να αναληφθούν διορθωτικές κινήσεις αλλά δεν πρέπει να ξεχνά ο κάθε άνθρωπος που ζει σ’ αυτήν την χώρα ότι αυτές είναι οι συνθήκες που εκτίθεται καθημερινά όταν κυκλοφορεί στους δρόμους. Και μέχρι να συνταιριάξουν όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος σ’ αυτήν την χώρα και να υλοποιηθούν οι εργασίες αποκατάστασης όλοι οι οδηγοί και μη πρέπει να αποκτήσουν βιωματική αισθαντικότητα αυτών των εξωτερικών συνθηκών. Και θα πρέπει να την μεταδίδουν και στους γύρω τους, στους νεότερους, στα παιδιά, στους συνανθρώπους τους με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα καλλιεργηθεί η κοινωνική ευθύνη των Ελλήνων.

Όλοι έχουν εμπειρίες από την οδηγική συμπεριφορά των Ελλήνων. Ο μέσος οδηγός λειτουργεί σαν απεσταλμένος του θεού. Όταν βρίσκεται πίσω από το τιμόνι, ξαφνικά διεγείρεται ο ατομισμός του, θεριεύει ο ανδρισμός του, εκφράζεται ο φεμινισμός της γυναίκας οδηγού, εκδηλώνεται η πάλη της εναντίον της φαλλοκρατικής κυριαρχίας στον χώρο του αυτοκινήτου. Εκείνη την στιγμή, διαμορφώνεται μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας στο μυαλό του οδηγού που βάζει τον εαυτό του πιο πάνω από κάθε άλλο στοιχείο. Στα μάτια του καταγράφονται οι εξωτερικές συνθήκες. Η κατάσταση του δρόμου, η δυνατότητες του αυτοκινήτου, η βροχή, η υγρασία, το χιόνι, ο αριθμός των προπορευόμενων αυτοκινήτων, το πλάτος του δρόμου, η ορατότητα. Ο οδηγός ταξινομεί αυτές τις συνθήκες και διαπιστώνει ότι καμία δεν είναι ανησυχητικά έντονη ώστε να χρίζει την προσοχή του και την σύνεσή του.

Η επόμενη διάσταση της «πραγματικότητάς» του έχει να κάνει με τις ικανότητές του. Διαπιστώνει ότι η οδηγική του δεινότητα βρίσκεται πιο πάνω από τον μέσο όρο, παρόλο που και αυτός αποτελεί τον μέσο όρο των οδηγών. Γνωρίζει άριστα πώς να εισέρχεται στις στροφές, πώς να προσπερνά, πώς να φρενάρει, ποια θέση να έχει στο διάζωμα. Φυσικά, όλα αυτά τα ξέρει όχι επειδή έχει μελετήσει το αντικείμενο, όπως συμβαίνει με τους οδηγούς αγώνων, αλλά επειδή…απλά τα ξέρει. Για την οδηγική του υπόσταση αποτελούν «εξ αποκαλύψεως» γνώση. Νιώθει, μάλιστα, ότι κατέχει την γνώση σε τέτοιο επίπεδο ώστε μπορεί να λειτουργεί παιδαγωγικά ως προς τους άλλους οδηγούς εκδηλώνοντας την κριτική τους με την πρώτη ευκαιρία-κορνάροντας κάθε δευτερόλεπτο, σχολιάζοντας λεκτικά και σε βάθος το ποιόν του απέναντι οδηγού, επιταχύνοντας εκνευρισμένος σαν να προσπαθεί να αφήσει πίσω τους αδαείς.

Η «πραγματικότητα» του οδηγού περιλαμβάνει και τους συνεπιβάτες αλλά και όλους τους «υπόλοιπους» που χρησιμοποιούν αυτοκίνητα και δρόμους με οποιονδήποτε τρόπο. Ως προς αυτούς, η ανώτερης ποιότητας φύση του οδηγού, λειτουργεί πραγματικά θεϊκά. Με την συμπεριφορά που επιδεικνύει τους λέει να μην ανησυχούν αλλά να απολαύσουν το ταξίδι τους. Αυτός είναι στο τιμόνι τώρα. Τους προτρέπει να μην ανησυχούν ακόμη και αν κινείται με ταχύτητες που, κατά την μέση λογική αντίληψη, δεν παρέχουν ευστάθεια στον οδόστρωμα, ακόμη και αν προσπερνά τέσσερα αυτοκίνητα, χωρίς ορατότητα, χωρίς επαρκές πλάτος δρόμου. Είναι αυτήν η ανώτερη γνώση και σοφία του που τον πείθει ότι στον οποιασδήποτε έκτασης κίνδυνο ο τρόπος που θα πατήσει φρένο, ο τρόπος που θα στρίψει το τιμόνι θα μεταβιβάσει τις εκπληκτικές ικανότητές του και θα «αναγκάσει» το αυτοκίνητο να ανταποκριθεί σωτήρια. Είναι αυτή η οδηγική του αύρα που θα «πείσει», αν δεν «εξαναγκάσει», τους υπόλοιπους οδηγούς να παραμερίσουν, να στριμώξουν το αυτοκίνητό τους όπως μπορούν στον λίγο χώρο της λωρίδας που τους απομένει, για να αποφευχθεί κάποιο ατύχημα.

Στην απίθανη, πάντα, περίπτωση που συμβεί κάποιο ατύχημα και η «πραγματικότητά» του εναρμονιστεί με την πραγματικότητα όλων των υπόλοιπων οδηγών και, κυρίως, με αυτή των εμπλεκομένων στο ατύχημα, ο οδηγός νιώθει ότι έχει θιχτεί η αυθεντία του στην οδήγηση και ότι η ευθύνη βαραίνει όχι αυτόν αλλά όλους τους άλλους. Αναγνωρίζει, έτσι, ότι «λογικά» αυτός «είναι κρίμα» για ότι συνέβη και αποτελεί το θύμα χωρίς καμία ευθύνη.

Αυτή η συμπεριφορά είναι κοινή στην ελληνική σκηνή και, γενικά, όλοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε κάποιο σημείο. Επεκτείνεται σχεδόν σε όλους τους τομείς της ζωής του μέσου Έλληνα. Δεν έχει, όμως, τόσο άμεσο αντίκρισμα και αποτέλεσμα όσο έχει η εκδήλωσή της στους δρόμους. Σ’ αυτή την περίπτωση, η αρχή της συντηρητικότητας μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα κίνησης στους δρόμους και να αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης κάθε φορά που κλείνει η πόρτα του αυτοκινήτου και μπαίνει το κλειδί στην μηχανή. Η ανάγκη για βελτίωση της στάσης αυτής ενισχύεται και από το απλό, στατιστικό γεγονός ότι κάθε οδηγός, ακόμη και ο ποιο συνεσταλμένος και συντηρητικός, κάνει λάθη ρουτίνας εκ φύσεως. Έτσι, οποιαδήποτε επιπλέον κατάσταση που ενισχύει τις λανθασμένες κινήσεις, πολλαπλασιάζει το αποτέλεσμα με συνέπειες, κάποιες φορές, καταστροφικές.